ορισμένος

(προωθήθηκε από ορισμένο)
Μεταφράσεις

ορισμένος

(ori'zmenos) αρσενικό

ορισμένη

(οri'smeni) θηλυκό

ορισμένο

certain (ori'smeno) ουδέτερο
επίθετο
καθορισμένος, συγκεκριμένος Η συμφωνία ισχύει για ορισμένο χρόνο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close