οριστικά

Μεταφράσεις

οριστικά

definitively, definitelydéfinitivement, assurémentبالتَّأْكِيدrozhodněbestemtzweifellosindudablementeehdottomastidefinitivnodefinitivamente明確に명확히absoluutabsoluttzdecydowaniedefinitivamenteопределенноdefinitivtอย่างแน่นอนkesinlikledứt khoát肯定地 (oristi'ka)
επίρρημα
τελειωτικά, χωρίς δυνατότητα αλλαγής Χωρίσαμε οριστικά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close