οριστικοποιώ

Μεταφράσεις

οριστικοποιώ

يُنْهي

οριστικοποιώ

dokončit

οριστικοποιώ

lægge sidste hånd på

οριστικοποιώ

beenden

οριστικοποιώ

finalize

οριστικοποιώ

ultimar

οριστικοποιώ

viimeistellä

οριστικοποιώ

finaliser

οριστικοποιώ

finalizirati

οριστικοποιώ

ultimare

οριστικοποιώ

決定的にする

οριστικοποιώ

마무리하다

οριστικοποιώ

finaliseren

οριστικοποιώ

avslutte

οριστικοποιώ

sfinalizować

οριστικοποιώ

finalizar

οριστικοποιώ

завершать

οριστικοποιώ

slutföra

οριστικοποιώ

ทำให้เสร็จสมบูรณ์

οριστικοποιώ

sonlandırmak

οριστικοποιώ

hoàn tất

οριστικοποιώ

定案
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close