ορκίζομαι

Μεταφράσεις

ορκίζομαι

swear, swore, sworn, vowjurerيَشْتِمُnadávatsværgefluchenjurar, Te lo jurokiroillapsovatigiurareののしる맹세하다vloekenbanneprzysiącdizer palavrões, xingar, Eu juroклястьсяsväraสบถküfretmekchửi thề宣誓, 我发誓אני נשבע我發誓Кълна се (or'cizome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
δίνω όρκο Ορκίζομαι ότιπως δεν ξέρω τίποτα. Ο μάρτυρας ορκίστηκε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close