ορμητικός

Μεταφράσεις

ορμητικός

(ormiti'kos) αρσενικό

ορμητική

(οrmiti'ci) θηλυκό

ορμητικό

impetuous (οrmiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που κινείται με ορμή ορμητικό κύμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close