οστό

Μεταφράσεις

οστό

boneostoosعَظْمَةkostknogleKnochenhuesoluukostossobotbeinkośćossoкостьbenกระดูกkemikxương骨头, костעצם (o'sto)
ουσιαστικό ουδέτερο
λόγιο το κόκαλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close