ουδέτερος

Μεταφράσεις

ουδέτερος

(u'ðeteros) αρσενικό

ουδέτερη

(u'ðeteri) θηλυκό

ουδέτερο

неутраленneutral, sächlichneuter, neutralneutro, neutralneutreonzijdig, neutraalсредний, нейтральныйحِيَادِيٌّneutrálníneutralpuolueetonneutralanneutro中立の중립의nøytralneutralnyneutroneutralที่เป็นกลางtarafsıztrung lập中立的, 中性中性 (u'ðetero) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν παίρνει το μέρος κανενός κρατάω ουδέτερη στάση
2. άτονος ουδέτερο ύφος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close