ουρλιάζω

Μεταφράσεις

ουρλιάζω

heulenhowlaullarhurlerيَعْوِيvýthyleulvoazavijatiululare遠吠えする짖다huilenulezawyćuivarвытьylaร้องโหยหวนulumak嚎叫 (ur'ʎazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βγάζω κραυγές ουρλιάζω από τον πόνο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close