ουσιαστικό

Μεταφράσεις

ουσιαστικό

Substantiv, Hauptwortnoun, substantivesubstantivosustantivo, nombresubstantiivinom, substantifsubstantivumzelfstandig naamwoordrzeczownikсуществительное, имя существительноеsostantivo, nomeاسْمٌpodstatné jménonavneordimenica名詞명사substantivsubstantivosubstantivคำนามaddanh từ名词
ουσιαστικό ουδέτερο
γραμματική μέρος του λόγου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close