οχυρώνομαι

Μεταφράσεις

οχυρώνομαι

(oçi'ronome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
κρύβομαι για να προστατευθώ από εχθρό Οι κάτοικοι οχυρώθηκαν στα σπίτια τους.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close