οχυρώνω

Μεταφράσεις

οχυρώνω

fortify, embattlefortifier (oçi'rono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
οργανώνω την άμυνα τόπου οχυρώνω μία πόλη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close