ούλο

Μεταφράσεις

ούλο

genciveencíagum ('ulo)
ουσιαστικό ουδέτερο
η σάρκα μέσα από την οποία βγαίνουν τα δόντια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close