πάγιος

(προωθήθηκε από πάγιο)
Μεταφράσεις

πάγιος

('paʝios) αρσενικό

πάγια

('paʝia) θηλυκό

πάγιο

('paʝio) ουδέτερο
επίθετο
σταθερός πάγια έξοδα πάγια συμπεριφορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close