πάνοπλος

(προωθήθηκε από πάνοπλο)
Μεταφράσεις

πάνοπλος

('panoplos) αρσενικό

πάνοπλη

('panopli) θηλυκό

πάνοπλο

('panoplo) ουδέτερο
επίθετο
που έχει όλον τον απαραίτητο οπλισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close