πάσχω

Μεταφράσεις

πάσχω

suffersouffrirsoffrire ('pasxo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. υποφέρω πάσχω από ανίατη αρρώστια
2. μεταφορικά έχω ελλείψεις, προβλήματα Ο τουρισμός πάσχει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close