πάταγος

Μεταφράσεις

πάταγος

vacarmeclatter, crash, din, stir ('pataɣos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. δυνατός κρότος γκρεμίζομαι με πάταγο
2. μεταφορικά ντόρος Η είδηση έκανε πάταγο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close