πάτημα

Μεταφράσεις

πάτημα

('patima)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. βήμα βαριά πατήματα
2. η πίεση με το χέρι ή το πόδι το πάτημα κουμπιού
3. μεταφορικά πρόφαση βρίσκω πάτημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close