πάτωμα

Μεταφράσεις

πάτωμα

floorétage, sol, plancherأَرْض, طابِقpodlaha, poschodíetage, gulvEtage, Fußbodenpiso, planta, suelokerros, lattiakat, podpavimento, piano床, 階(방)바닥, 층verdieping, vloeretasje, gulvpiętro, podłogaandar, soalho, pisoпол, этажgolv, våningพื้นkat, yersàn地面, 楼层 ('patoma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το μέρος εσωτερικού χώρου όπου πατάμε ξύλινο πάτωμα
2. όροφος Σε ποιο πάτωμα μένεις;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close