πεθαίνω

(προωθήθηκε από πέθανα)
Μεταφράσεις

πεθαίνω

sterbendiemourirmoriremuriيـَمُوتُzemřítmorirkuollaumrijeti死ぬ죽다stervenumrzećmorrerумиратьตายölmekchết死亡למות (pe'θeno)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. χάνω τη ζωή μου πεθαίνω νέος
2. μεταφορικά υποφέρω από κτ πεθαίνω της πείνας πεθαίνω από πόνο
3. μεταφορικά εξαντλούμαι από κτ πεθαίνω στα γέλια
4. μεταφορικά λατρεύω πεθαίνω για σοκολάτα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close