πένθιμος

Μεταφράσεις

πένθιμος

('penθimos) αρσενικό

πένθιμη

('penθimi) θηλυκό

πένθιμο

funereal, mournful ('penθimo) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με πένθος πένθιμα ρούχα
2. μεταφορικά λυπητερός, πολύ μελαγχολικός με πένθιμο ύφος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close