πέπλο

Μεταφράσεις

πέπλο

خِمَارzávojslørSchleierveilvelohuntuvoileveoveloベール베일sluierslørwelonvéuвуальslöjaผ้าคลุมหน้าpeçemạng che mặt面纱面紗 ('peplo)
ουσιαστικό ουδέτερο
κομμάτι ύφασμα που στηρίζεται από το κεφάλι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close