πέρασμα

Μεταφράσεις

πέρασμα

pass, passage, passingpassage, colمـُرُورٌ, مَـمَّرٌ جَبَلِيّprůchod, průsmykpas, passageBergpass, Durchfahrtpasosola, väyläklanac, prolazpassaggio, passo峠, 通路오솔길, 통로bergpas, doorgangfjellovergang, passasjedroga, przełęczpassagem, desfiladeiroпроход, ущельеbergspass, passageช่องแคบ, ทางเดินgeçitđèo, lối đi关口, 通道, 通过通過 ('perazma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. άνοιγμα επικίνδυνο πέρασμα
2. το να περνάει κν από κάπου Θα κάνω ένα σύντομο πέρασμα από το χωριό.
3. μετάβαση το πέρασμα στην εφηβεία
4. το να περνάει ο καιρός το πέρασμα του χρόνου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close