πέτρα

Μεταφράσεις

πέτρα

rock, stonepierrepiatrăحَجَرkámenstenSteinpiedrakivikamen, kamenčićpietrasteensteinkamień, kamykpedraкамень, камешекstenหินtaşđá石头, Камък ('petra)
ουσιαστικό θηλυκό
1. σπασμένο κομμάτι βράχου Kάποιος μου έριξε μια πέτρα.
2. μεταφορικά για κτ πολύ σκληρό σκληρός σαν πέτρα
3. πολύτιμος λίθος δαχτυλίδι με πέτρα
4. ιατρική κομμάτι από άλατα στον οργανισμό Έχει πέτρα στο νεφρό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close