πέφτω

Μεταφράσεις

πέφτω

fall, crash, lapse, plunge, slump, topple, tumble, droptomber, baissercădeaيَسْقُطُ, يَقِعُpadat, poklesnoutfaldefallen, fallen lassencaer, descenderpudota, pudottaapasti, sniziticadere, calare落ちる, 落とす(...을) 똑똑 떨어트리다, 추락하다scherp dalen, vallenfalle, mistespaść, upuścićcair, deixar cairпадать, понижатьramla, tappaลดลง, หล่นdüşmek, düşürmekngã, sụt giảm落下, 降低 ('pefto)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. βρίσκομαι ξαφνικά στο έδαφος Σκόνταψε κι έπεσε.
2. σκοτώνομαι πέφτω στη μάχη
3. βουτάω πέφτω στο νερό
4. ξαπλώνω πέφτω να κοιμηθώ Χτες έπεσα αργά.
5. ρίχνομαι πέφτω στην αγκαλιά κάποιου πέφτω πάνω σε κπ για να τον χτυπήσω
6. μπαίνω σε διαφορετική κατάσταση πέφτω σε κατάθλιψη
7. μειώνομαι σε ένταση ή ποιότητα Πέφτει η θερμοκρασία. Ο άνεμος πέφτει σιγά σιγά. Πέφτει το επίπεδο ζωής.
8. ανατρέπομαι Η κυβέρνηση έπεσε.
9. βρίσκομαι χωρίς να το θέλω πέφτω σε κίνηση
10. χτυπάω πέφτω (πάνω) σε αυτοκίνητο
11. τυχαίνω Μου έπεσε το φλουρί.
12. επικρατώ Έπεσε ησυχίαπαγωνιά έξω.
13. εφαρμόζω Η μπλούζα δεν πέφτει καλά πάνω μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close