πίνω

Μεταφράσεις

πίνω

('pino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ρουφάω υγρό πίνω νερό
2. απορροφώ Το χαρτί ήπιε το μελάνι.

πίνω

beuretrikke, drikketrinkendrinkbeber, tomarjuodaboirepitiiszikdrekkaberedzertdrinkendrikkepić, wypićbeber, tomarbeaпитьpit'drickaiçmekيَشْرَبُpít飲む(음료를) 마시다ดื่มuống饮用Пия
ρήμα άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
έχω τη συνήθεια να πίνω αλκοόλ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close