πίστα


Αναζητήσεις σχετικές με πίστα: πιστά
Μεταφράσεις

πίστα

level, trackspår跟踪pistepistaSpur ('pista)
ουσιαστικό θηλυκό
ελεύθερος χώρος που προορίζεται για χορό ή θέαμα πίστα χορού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close