πίστη

Μεταφράσεις

πίστη

faith, creed, belief, loyaltyfidofoicredinţăثِقَةvíratroGlaubefeuskovjerafede信念믿음vertrouwentrowiaraвераtroความศรัทธาinançniềm tin信念信念אמונהвяра ('pisti)
ουσιαστικό θηλυκό
1. λατρεία η πίστη στο Θεό
2. αφοσίωση η πίστη σε παραδοσιακές αρχές
3. εμπιστοσύνη η πίστη στις δυνάμεις μου
4. βεβαιότητα, πεποίθηση η πίστη ότι όλοι είναι καλοί
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close