παίζω

Μεταφράσεις

παίζω

('pezo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ασχολούμαι με παιχνίδι παίζω κρυφτό παίζω σκάκι
αποφεύγω τα καθαρά νοήματα
στήνω παγίδα σε κπ
2. δέχομαι κπ στο παιχνίδι μου Με παίζετε;
3. ασχολούμαι με άθλημα παίζω ποδόσφαιρο
4. ρισκάρω παίζω την τιμήτην περιουσία μου
5. παρουσιάζω, ανεβάζω Τι παίζουν τα θέατρα; Θα παίξουμε Άμλετ φέτος.
6. υποδύομαι παίζω Άμλετ
επιδρώ
7. χρησιμοποιώ μουσικό όργανο για να παράγω μουσική παίζω πιάνο
8. εκτελώ μουσικό κομμάτι παίζω Μότσαρτ

παίζω

spielen, schauspielenplay, actjouerjucaيَعْزِف, يَلْعَب, يـُمَثِّلُhrát, hrát silege, spilleactuar, jugar, tocarnäytellä, pelata, soittaaglumiti, igrati se, sviratigiocare, recitare, suonare演じる, 演奏する, 競技を行う놀다, 연기하다, 연주를 하다acteren, spelenspillegrać, zagraćatuar, brincar, tocarиграть, играть рольspelaเล่น, เล่นดนตรี, แสดงçalmak, oynamak, rolchơi, diễn演奏, 表演, 进行比赛
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. δίνω αγώνα Η ομάδα μου παίζει σήμερα.
2. λειτουργώ Η τηλεόραση δεν παίζει.
3. ρισκάρω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close