παίρνω

Μεταφράσεις

παίρνω

take, get, retrieve, collectprendre, aller chercher, recevoirprendere, andare a prendere, portare, riceverebrać, odbierać, otrzymać, przynieść, wziąć, zabraćluaيَأْخُدُ, يَأْخُذُ, يَحْصُلُ عَلَى, يُحْضِرُdojít, dostat, svézt se, vyzvednout, vzít sifå, hente, tageabholen, bekommen, bringen, nehmenconseguir, ir, ir por, llevar, recibir, recogerhakea, ottaa, saadadobiti, odnijeti, otići po, pokupiti, putovati・・・を持っていく, ・・・を迎えにいく, もらう, 取って来る, 手に取る...을 가져가다, 가서 가져오다, 가지고 가다, 가지다, 데리러 가다dragen, halen, krijgen, nemen, ophalen, hente, taapanhar, buscar, ir buscar, levar, pegar, receber, recolherбрать, забирать группу, забрать, нести, получить, взятьfå, hämta, ta, ta medได้รับ, นั่งรถ, นำไป, นำมา ไปเอามา, รับalmak, götürmekcó được, đón, lái, lấy去拿, 得到, , 拿取, 接走 ('perno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πιάνω παίρνω το χέρι κάποιου
2. μετακινώ, απομακρύνω Πάρ' το από δω! Πάρε με μαζί σου!
3. χρησιμοποιώ παίρνω το τρένο
4. αφαιρώ Του πήραν το δίπλωμα οδήγησης.
5. κλέβω παίρνω το πορτοφόλι κάποιου
6. αποκτώ παίρνω δίπλωμα
7. αγοράζω παίρνω αυτοκίνητο
8. έχω, είμαι σε παίρνω άδεια
9. παντρεύομαι παίρνω πλούσιο άντρα
10. νιώθω Πήρα μεγάλη χαρά!
11. καταναλώνω παίρνω πρωινό Θα πάρω πορτοκαλάδα.
12. κερδίζω, βγάζω παίρνω μικρό μισθό
13. αντιμετωπίζω Παίρνω την καλή πλευρά της ζωής.
14. τηλεφωνάω Πάρε με στο σταθερό.
15. αναλαμβάνω παίρνω την ευθύνη
16. θεωρώ, νομίζω πως είναι παίρνω κπ για κπ άλλο
17. βγαίνω έξω
ακολουθώ
φεύγω γρήγορα
αντιλαμβάνομαι
υποστηρίζω κπ
παρεξηγώ
συμμετέχω
θεωρώ ότι είμαι σπουδαίος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close