παγώνω

Μεταφράσεις

παγώνω

freezegeler, congelerîngheţafrieren, einfrierenيَتَجَمَّدُmrazit, mrznoutfrysecongelar, congelarsejäätyä, pakastaasmrznuti, zalediticongelare, gelare・・・を冷凍する, 凍る얼다, 얼리다invriezen, vriezenfryse, nedfrysezamarznąć, zamrażaćcongelarзамерзать, заморозитьfrysaแช่แข็ง, กลายเป็นน้ำแข็งdondurmak, donmakđông lại, đông lạnh冻结, 冷冻凍結 (pa'ɣono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. (για υγρό) γίνομαι στερεός από το κρύο Το νερό πάγωσε.
2. κρυώνω πολύ Τα πόδια μου πάγωσαν.
3. μεταφορικά νιώθω πολύ δυσάρεστα Μόλις τον είδα, πάγωσα.
4. μεταφορικά μένω στάσιμος Οι τιμές πάγωσαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close