παζαρεύω

Μεταφράσεις

παζαρεύω

haggle, bargainnegociaيُساوِمsmlouvattingefeilschenregateartinkiämarchandercjenkati secontrattareうるさく値切る값을 끈질기게 깎다steggelenpruteutargowaćregatearторговатьсяprutaต่อรองราคาpazarlık etmekmặc cả争价 (paza'revo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
συζητάω για τιμή προϊόντος με σκοπό να τη μειώσω παζαρεύω μία τιμήένα σπίτι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close