παθολογικός

(προωθήθηκε από παθολογικό)
Μεταφράσεις

παθολογικός

(paθoloʝi'kos) αρσενικό

παθολογική

(paθoloʝi'ci) θηλυκό

παθολογικό

compulsive, pathological (paθoloʝi'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με πάθηση παθολογικό πρόβλημα
2. μεταφορικά υπερβολικός, εκτός ορίων παθολογική αγάπη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close