παιδί

Μεταφράσεις

παιδί

kindولد, طِفْل, طِفْلٌдетеcriatura, infant, nendítě, děckobarnKindchild, children, kid, bairn, boyo, cove, guy, ladinfanohija, hijo, chaval, chiquillo, niñolapsienfant, gosseबेटा, बेटीgyerek, gyermekanakbarnfiglia, figlio, bambino子供, 子어린이, 아이puerkindbarn, ungedzieckocriançaребёнок, малыш, ребенокotrokbarn, ungeçocukdijeteเด็กđứa trẻ孩子, 小孩 (pe'ði)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. άνθρωπος σε μικρή ηλικία Είναι παιδί ακόμα.
2. ο γιος ή η κόρη Έχω τρία παιδιά.
3.
προσφώνηση σε οικείο πρόσωπο Τι έπαθες, παιδί μου;
4. ανώριμος Μη γίνεσαι παιδί!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close