παιδαριώδης

Μεταφράσεις

παιδαριώδης

(peðari'oðis) αρσενικό-θηλυκό

παιδαριώδες

childish, babyinfantile (peðari'oðes) ουδέτερο
επίθετο
ανώριμος παιδαριώδης αντίδραση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close