παιδικός

(προωθήθηκε από παιδικό)
Μεταφράσεις

παιδικός

(peði'kos) αρσενικό

παιδική

(peði'ci) θηλυκό

παιδικό

enfantinchildish (peði'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με παιδί παιδικές αρρώστιες παιδικό δωμάτιο
δημόσιος ανοιχτός χώρος με κούνιες, τσουλήθρες κ.λπ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close