παιχνιδιάρης

(προωθήθηκε από παιχνιδιάρα)
Μεταφράσεις

παιχνιδιάρης

(pexni'ðjaris) αρσενικό

παιχνιδιάρα

(pexni'ðjara) θηλυκό

παιχνιδιάρικο

badinfrisky (pexni'ðjariko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει διάθεση για παιχνίδι
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close