παλαβός

(προωθήθηκε από παλαβή)
Μεταφράσεις

παλαβός

(pala'vos) αρσενικό

παλαβή

(pala'vi) θηλυκό

παλαβό

fou, bête, cinglé, crétin, idiot, imbécile, sot, stupide, tarézany, crazy, madمَجْنُونْšílenývanvittigverrücktdementehulluludpazzo気の狂った미친gekgalszalonyloucoсумасшедшийgalenวิกลจริตkaçıkđiên疯狂的 (pala'vo) ουδέτερο
επίθετο
1. τρελός Κάνει σαν παλαβός απ' τη χαρά του.
2. παθιασμένος Είναι παλαβή μαζί του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close