παλαιοημερολογίτης

Μεταφράσεις

παλαιοημερολογίτης

(paleoimerolo'ʝitis) αρσενικό

παλαιοημερολογίτισσα

(paleoimerolo'ʝitisa) θηλυκό
ουσιαστικό
χριστιανός ορθόδοξος που ακολουθεί το παλιό ημερολόγιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close