παλαιοπώλης

(προωθήθηκε από παλαιοπώλισσα)
Μεταφράσεις

παλαιοπώλης

(paleo'polis) αρσενικό

παλαιοπώλισσα

(paleo'polisa) θηλυκό
ουσιαστικό
που έχει παλαιοπωλείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close