παλεύω

Μεταφράσεις

παλεύω

wrestle, fight, struggle, grapplelutterlupta (pa'levo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. παίρνω μέρος σε αγώνα πάλης παλεύω εναντίον κάποιου
2. συγκρούομαι σώμα με σώμα Τα παιδιά παλεύουν στο διάλειμμα.
3. αγωνίζομαι παλεύω με κπ αρρώστια παλεύω να πετύχω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close