παλινδρομικός

(προωθήθηκε από παλινδρομικό)
Μεταφράσεις

παλινδρομικός

(palinðromi'kos) αρσενικό

παλινδρομική

(palinðromi'ci) θηλυκό

παλινδρομικό

palindromic (palinðromi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που κινείται μπρος και πίσω παλινδρομική κίνηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close