παλιός

(προωθήθηκε από παλιό)
Μεταφράσεις

παλιός

(pa'ʎos) αρσενικό

παλιά

(pa'ʎa) θηλυκό

παλιό

oldmalnovaviejo, antiguovieux, ancienvechioudعَجُوزٌ, قَدِيـمstarýgammelaltvanhastarvecchio古い, 年取った나이든, 오래된gammelstaryantigo, velhoстарыйgammalเก่า, แก่eski, yaşlıcũ, già老的старישן (pa'ʎo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι καινούριος παλιά ρούχα
2. προηγούμενος η παλιά διεύθυνση
3. που δεν είναι σύγχρονος παλιό σπίτι
4. ξεπερασμένος παλιά παράδοση
5. γνωστός παλιό αστείοκόλπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close