παλιώνω

Μεταφράσεις

παλιώνω

(pa'ʎono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
φθείρομαι Τα ρούχα μου πάλιωσαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close