παλούκι

Μεταφράσεις

παλούκι

picket, pole, stick (pa'luci)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. μακρόστενο ξύλο που μπήγεται στο χώμα καρφώνω ένα παλούκι στη γη
2. οικείο κτ πολύ δύσκολο Μας βγήκε ένα παλούκι! H άσκηση ήταν παλούκι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close