παμπάλαιος

(προωθήθηκε από παμπάλαιη)
Μεταφράσεις

παμπάλαιος

(pa'mbaleos) αρσενικό

παμπάλαιη παμπάλαια

( pa'mbalei pa'mbalea ) θηλυκό

παμπάλαιο

(pa'mbaleo) ουδέτερο
επίθετο
πάρα πολύ παλιός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close