παμφάγος

(προωθήθηκε από παμφάγο)
Μεταφράσεις

παμφάγος

(paŋ'faɣos) αρσενικό

παμφάγα

(paŋ'faɣa) θηλυκό

παμφάγο

omnivore, omnivorous (paŋ'faɣo) ουδέτερο
επίθετο
που τρώει απ'όλα παμφάγο ζώο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close