πανικόβλητος

(προωθήθηκε από πανικόβλητη)
Μεταφράσεις

πανικόβλητος

(pani'kovlitos) αρσενικό

πανικόβλητη

(pani'kovliti) θηλυκό

πανικόβλητο

panic-stricken (pani'kovlito) ουδέτερο
επίθετο
που αισθάνεται πανικό πανικόβλητο πλήθος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close