παντοπωλείο

Μεταφράσεις

παντοπωλείο

(pandopo'lio)
ουσιαστικό ουδέτερο
μικρό μαγαζί με είδη καθημερινής ανάγκης
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close