παντρεύομαι

Μεταφράσεις

παντρεύομαι

heiratenmarry, wededziĝiépouser, se mariersposarsi, sposareيَتَزَوَّجُoženit (se)gifte (sig)casarsemennä naimisiinvjenčati se結婚する결혼하다trouwengifte (seg)poślubićcasarженитьсяgifta (sig) medแต่งงานevlenmekcưới嫁娶 (pa'drevome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
παίρνω άντρα ή γυναίκα για σύζυγο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close