πανύψηλος

(προωθήθηκε από πανύψηλο)
Μεταφράσεις

πανύψηλος

(pa'nipsilos) αρσενικό

πανύψηλη

(pa'nipsili) θηλυκό

πανύψηλο

towering (pa'nipsilo) ουδέτερο
1. πάρα πολύ ψηλός πανύψηλο κτίριο
2. (για άνθρωπο) πολύ ψηλός Eίναι πανύψηλος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close